Ένας λαός, μα τι λαός!

Αν υπάρχει ένας όρος που μπορεί να θεωρηθεί το κατεξοχήν πασπαρτού στη σημερινή πολιτική συζήτηση είναι προφανώς ο όρος «λαϊκισμός».

Οποιος ζητάει αύξηση του κατώτατου μισθού είναι λαϊκιστής. Οποιος θεωρεί πως τα μνημόνια συνιστούν καταστροφική κοινωνικά πολιτική, επίσης.

Πολύ περισσότερο λαϊκιστής είναι αυτός που υποστηρίζει πως η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι μια αντιδημοκρατική δομή, χωρίς πραγματική νομιμοποίηση, αλλά με μεγάλη και αρνητική επιρροή στη ζωή πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων. Λαϊκιστής είναι όποιος ισχυρίζεται πως η τεχνοκρατία των «ειδικών» που μας κυβερνά είναι ολοκληρωτισμός μιας πολύ επαχθούς μορφής.

Λαϊκιστές είναι ακόμη και όσοι τάσσονται υπέρ ενός ήπιου εξισωτισμού στο εισόδημα και τον πλούτο. Ενώ οι πιο λαϊκιστές από όλους είναι εκείνοι που διακηρύσσουν πως η μόνη διέξοδος από την τρομακτική συνθήκη στην οποία έχουμε βρεθεί είναι «να πληρώσουν οι πλούσιοι». Αυτοί, μάλιστα, εκτός από λαϊκιστές, ελέγχονται και ως… «πολύ αριστεροί».

Οι άλλοι, αυτοί που δείχνουν με το δάχτυλο τους λαϊκιστές, είναι σοβαροί, ούτως ειπείν sober, νηφάλιοι. Δεν έχουν το βίτσιο του εφαψία αυτιών που χαρακτηρίζει τους λαϊκιστές. Είναι ψύχραιμοι, μετριοπαθείς, κανονικοί άνθρωποι. Να το ξαναπώ: νηφάλιοι. Και όποιος πει πως η νηφαλιότητά τους είναι ευθέως ανάλογη της προνομιακής βιοτικής συνθήκης τους είναι φανερά λαϊκιστής.

Μόνο που, ενώ οι αντιλαϊκιστές πιστεύουν πως έχουν χίλια δίκια, που λέει ο λόγος, η τοποθέτησή τους παρουσιάζει μια σειρά προβλήματα.

Πρώτα απ’ όλα, ο έλεγχος που κάνουν στους κυκλοφορούντες λόγους αναδεικνύει τον λαϊκισμό σε υπερβολικά μεγάλες ποσότητες. Υπερπληθωρισμός λαϊκισμού εμφανίζεται στον κόσμο, τόσο που με το φανάρι του Διογένη πρέπει να ψάξουμε αν θέλουμε να βρούμε κάτι που δεν είναι λαϊκιστικό.

Αν, όμως, σχεδόν όλα είναι λαϊκιστικά, τότε είναι δύσκολο να αντιληφθούμε το ακριβές περιεχόμενο του όρου. Η χρήση του δε είναι εντελώς ανώφελη για οποιαδήποτε συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, όπως έγραφε και ο Λένιν!

Το δεύτερο πρόβλημα είναι πως, αν δεχτούμε, έστω μερικώς, τις αιτιάσεις των αντιλαϊκιστών, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ως διαχρονικά πιο χαρακτηριστικά μνημεία λαϊκισμού τα Συντάγματα του συνόλου, σχεδόν, των δυτικών χωρών. Από το Σύνταγμα της Αμερικανικής Επανάστασης μέχρι αυτό της Γαλλικής, αλλά και τα δικά μας Συντάγματα, οι αναφορές στον λαό είναι στον πυρήνα των διακηρύξεων και των συνεπόμενων θεσμίσεων.

Η εξουσία πηγάζει από τον λαό, ασκείται υπέρ αυτού, υπάρχει γι’ αυτόν. Το μεγαλύτερο μέρος των προβλεπόμενων εγγυήσεων αναφέρεται στην ανάγκη αποτροπής ενεργειών που πλήττουν ακριβώς τη «λαϊκή κυριαρχία». Τόσο που τα Συντάγματα νομιμοποιούν τη χρήση κάθε μέσου -και βίαιων, δηλαδή- προκειμένου να μην παραβιαστεί η λαϊκή κυριαρχία.

Είναι προφανές πως τα Συντάγματα συγγράφηκαν από λαϊκιστές. Και είναι βέβαιο, ακόμη, πως, αν ήταν στο χέρι των αντιλαϊκιστών, απλώς δεν θα είχαν ποτέ συγγραφεί. Στο μέτρο που, ως γνωστόν, διάφοροι χιουμορίστες -καθόλου ακίνδυνοι, ωστόσο, βάσει της εξουσίας που διαθέτουν- δεν χάνουν την ευκαιρία να μας θυμίσουν πως η δημοκρατική αρχή είναι, όσο να ‘ναι, προβληματική, εφόσον «αδυνατεί να προστατεύσει τον λαό από τα πάθη του» (sic).

Τέλος, υπάρχει και το θέμα της μόλις υποκρυπτόμενης απέχθειας των αντιλαϊκιστών για τους «ανθρώπους του λαού».

Με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο εκδηλώθηκε στις πρόσφατες αμερικανικές εκλογές, με τον χλευασμό της Χίλαρι απέναντι στους χαμηλών, σε σχέση με τους δικούς της ψηφοφόρους, προσόντων συμπατριώτες της, σε μια επίδειξη εκσυγχρονιστικής «προοδευτικής» μισαλλοδοξίας, πολύ κοινής και στις δικές μας «φιλελεύθερες» φυλές του σουσουδισμού, που κατατρύχεται κατεξοχήν από το σύνδρομο της Μαρίας Αντουανέτας.

Που, γι’ αυτό άλλωστε, ταράζεται και αρρωσταίνει με τα πάθη της πλέμπας, που τόσο την εμποδίζουν να επιλέξει μια στάση εμφορούμενη από «καθαρή ορθολογικότητα».

Νομίζω πως σε αυτό το τελευταίο εμφανίζεται με τον πιο εμφατικό τρόπο η ταξική διάσταση αυτής της στάσης. Το να οικτίρεις τους «μικρούς ανθρώπους» γιατί κυριεύονται από φόβο, θυμό, αγανάκτηση, γιατί όχι και μνησικακία ακόμη, είναι στο όριο της προπέτειας.

Ο φόβος, για όσους δεν έχουν την παραμικρή άκρη, είναι σήμερα απολύτως λογικό συναίσθημα. Ο θυμός δίκαιος, στο μέτρο που για όσα τρομερά συμβαίνουν σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας, η δική της ευθύνη είναι η μικρότερη (στην ουσία γιατί ψήφιζε αυτούς που τώρα την κατηγορούν). Η αγανάκτηση ιερή σε έναν κόσμο όπου τα ποικίλα αφεντικά δεν παύουν να κερδίζουν ακόμη κι όταν όλοι οι άλλοι χάνουν.

Γι’ αυτό συνιστά λογική λαθροχειρία να λέγεται πως «τα πράγματα είναι σύνθετα» και δεν επιδέχονται απλές λύσεις. Πράγματι, αφού τις «απλές λύσεις», όπως π.χ. την ισχυρά προοδευτική φορολογία, τις απονεύρωσαν πλήρως αυτοί που είχαν συμφέρον να το κάνουν.

Και ήταν όλοι τους αντιλαϊκιστές, ψύχραιμοι, χωρίς θυμό και αγανάκτηση και καθόλου μνησίκακοι. Τα καλύτερα παιδιά, όπως άλλωστε και οι σημερινοί αντίστοιχοι, που θα μας σώσουν διά των ιδιωτικών επενδύσεων και της ανταγωνιστικότητας. Και, κυρίως, της καταλλαγής των παθών…

* οικονομολόγος, εκπαιδευτικός

πηγή

Advertisements
This entry was posted in Αναδημοσίευση από Η Εφημερίδα των Συντακτών. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s