Με αφαίμαξη της οικονομίας δεν έρχεται ανάπτυξη.

Σταύρος Λυγερός

Η πρόβλεψη του προϋπολογισμού ήταν ότι το 2017 η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 2,7%. Στο Μεσοπρόθεσμο που κατέθεσε η κυβέρνηση ο στόχος για την ανάπτυξη περιορίζεται στο 1,8%. Τα στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2017 δείχνουν ότι το ΑΕΠ όχι μόνο δεν εισήλθε σε τροχιά μεγέθυνσης, αλλά και υπέστη οριακή μείωση (-0,5% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2016, -0,1% σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2016).

Εάν οι θετικές προβλέψεις είχαν γίνει μόνο από την ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε κανείς να τις αποδώσει στην ανάγκη της και στη σκοπιμότητά της να ωραιοποιήσει το άμεσο μέλλον, αφού το παρόν είναι ζοφερό. Αντίστοιχες προβλέψεις, όμως, είχαν κάνει και οι δανειστές.

Ο Τσίπρας και οι υπουργοί του υπερηφανεύονται για το γιγαντιαίο πρωτογενές πλεόνασμα του 2016. Ενώ ο στόχος ήταν μόλις 0,5% του ΑΕΠ συσσώρευσαν 4,2%! Πρωτογενές πλεόνασμα, όμως, σημαίνει ότι αφαιρέθηκαν επιπροσθέτως από την πραγματική οικονομία πάνω από 6,5 δισ. Αυτό κατέστη δυνατόν με την υπερφορολόγηση, η οποία με τη σειρά της επιτείνει εκθετικά την έλλειψη ρευστότητας.

Και γιατί όλα αυτά; Για να πείσει η κυβέρνηση τους δανειστές και ειδικά το ΔΝΤ ότι κακώς επιμένει στη λήψη πρόσθετων μέτρων. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Και να αφυδατώσει περαιτέρω την πραγματική οικονομία και τελικώς να υποκύψει και να αποδεχθεί τα πρόσθετα μέτρα. Τις επόμενες ημέρες αναμένεται να ψηφισθούν στη Βουλή από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς διαρροές.

Ας παρακάμψουμε προς στιγμή τις δραματικές κοινωνικές επιπτώσεις που έχει η αφαίμαξη και το γιγαντιαίο πρωτογενές πλεόνασμα. Ας μείνουμε στο στενά οικονομικό επίπεδο.

Όταν η ελληνική οικονομία είναι στα γόνατα, λόγω έλλειψης ρευστότητας, η πρόσθετη αφαίμαξή της είναι ο ασφαλής δρόμος όχι μόνο για την περαιτέρω φτωχοποίηση, αλλά και για να καταστεί ανέφικτο να παραχθεί βιώσιμο πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, έστω και για τρία-πέντε χρόνια.

Συνθήκες ένδειας

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΕ, το 22,2% των Ελλήνων επιβιώνει σε συνθήκες ένδειας. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των φορολογουμένων προς το δημόσιο αυξάνονται με ρυθμό που φθάνει το ένα δισ ευρώ το μήνα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι έχει εξαντληθεί η γενική φοροδοτική ικανότητα του πληθυσμού. Οι κατασχέσεις λογαριασμών κλπ μόνο προσωρινά μπορούν να καλύψουν το κενό.

Η επιβολή νέων ποικίλων φορολογικών βαρών θα ρίξει στον γκρεμό και επιχειρήσεις και νοικοκυριά που μέχρι τώρα εξαντλούσαν όλα τα περιθώρια για να είναι συνεπή στις υποχρεώσεις τους. Εκτός αυτού, θα λειτουργήσει ως κίνητρο για τη φυγή από την Ελλάδα υγιών επιχειρήσεων, αλλά και ως αντικίνητρο για νέες παραγωγικές επενδύσεις και για επιχειρηματικές πρωτοβουλίες από νέους επιστήμονες.

Προφανώς, υπάρχουν στρώματα που έχουν φοροδιαφύγει και συνεχίζουν να φοροδιαφεύγουν. Και σ’ αυτό το επίπεδο πρέπει να ληφθούν στοχευμένα μέτρα, τα οποία ούτε αυτή η κυβέρνηση λαμβάνει παρά την αντίθετη ρητορική της.

Επίσης, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μία από μηδενική βάση επανεξέταση κάθε δημόσιας δαπάνης με σκοπό την αξιολόγηση της αποδοτικότητας και της σκοπιμότητάς της. Μία τέτοια διαδικασία όχι μόνο θα εξοικονομούσε πόρους, αλλά και θα διευκόλυνε την παραγωγική ανασυγκρότηση του κράτους.

Αυτός, όμως, είναι ο δύσκολος δρόμος, τον οποίο δεν δείχνει ικανή να ακολουθήσει η κυβέρνηση Τσίπρα, όπως δεν τον ακολούθησαν και οι προηγούμενες. Αυτό που έκαναν και σε γενικές γραμμές συνεχίζει η σημερινή κυβέρνηση, είναι περισσότερο ή λιγότερο οριζόντιες περικοπές, οι οποίες έχουν καταστήσει άκρως προβληματική τη λειτουργία ζωτικών λειτουργιών του κράτους.

Ακόμα και έτσι, όμως, η επιβολή πρόσθετων εξοντωτικών μέτρων λιτότητας το μόνο που θα καταφέρουν είναι να μετατρέψουν την ελληνική οικονομία σε ζόμπι. Και μία οικονομία ζόμπι δεν μπορεί να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% και μάλιστα για αρκετά χρόνια.

Ο μόνος τρόπος για να μπορέσει η Ελλάδα να αποπληρώσει το χρέος της είναι να τεθεί σε τροχιά ανάπτυξης. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι αφενός η διάλυση του κλίματος αβεβαιότητας που σκοτώνει την οικονομία, αφετέρου η δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις.

ΟΙ επενδυτές δεν ενδιαφέρονται μόνο για χαμηλό κόστος εργασίας και για περικοπή των εργασιακών δικαιωμάτων. Αυτά, άλλωστε, έχουν σε μεγάλο βαθμό ήδη συντελεστεί. Στην περίπτωση της Ελλάδας ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για μία σειρά άλλους παράγοντες, όπως είναι η σταθερότητα, ο καθαρός οικονομικός ορίζοντας, οι καθαροί κανόνες και η μείωση της ποικιλόμορφης εξοντωτικής φορολογίας.

Ελάφρυνση του χρέους

Αναγκαία, αλλά όχι και ικανή συνθήκη για να καθαρίσει ο οικονομικός ορίζοντας είναι η οριστική γενναία μείωση του χρέους. Επ’ αυτού λαμβάνει χώρα η γνωστή διαπραγμάτευση, στην οποία πρωταγωνιστούν το Βερολίνο και το ΔΝΤ, αλλά στην οποία συμμετέχουν και το Eurogroup και η Κομισιόν και εμμέσως πλην σαφώς ο Ντράγκι.

Είναι κοινός τόπος, άλλωστε, για όλα τα οικονομικά ινστιτούτα –μη εξαιρουμένων των γερμανικών– ότι το κούρεμα (όχι απλώς η αναδιάρθρωση) του ελληνικού χρέους είναι αναπόφευκτο. Ο Σόιμπλε, όμως, δεν χάνει ευκαιρία να δηλώνει πως η αναδιάρθρωση δεν είναι του παρόντος. Δηλώνει, μάλιστα, πως η ελάφρυνση δεν είναι καν δεδομένη. Θα εξεταστεί, όπως λέει, η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και τότε θα αποφασισθεί εάν χρειάζεται ή όχι ελάφρυνση.

Ενδεικτική του κλίματος είναι η προ ενός έτους ωμή δήλωση του επικεφαλής της γερμανικής κεντρικής τράπεζας Βάιντμαν. Σε μία κρίση οικονομικού εθνικισμού, είχε δηλώσει πως αυτό που έχει σημασία είναι να επιτευχθεί βιώσιμο πλεόνασμα και όχι η αναδιάρθρωση του χρέους. Προφανώς, το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η αποπληρωμή του χρέους και καθόλου το εάν η ελληνική οικονομία θα σταθεί στα πόδια της.

Το επιχείρημα του Σόιμπλε είναι πως μέχρι το 2022 η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει περίοδο χάριτος. Άρα, το βάρος που σηκώνει δεν είναι μεγάλο. Από λογιστικής απόψεως έχει δίκιο. Το χρέος, ωστόσο, δεν είναι μόνο λογιστικό μέγεθος. Είναι και οικονομικό μέγεθος.

Το μη βιώσιμο χρέος είναι παράγοντας οικονομικής αβεβαιότητας που απωθεί τις παραγωγικές επενδύσεις, τις οποίες η Ελλάδα έχει ζωτική ανάγκη. Την προφανή αυτή αλήθεια έχει αναγνωρίσει δημοσίως και η Λαγκάρντ.

Όσο το χρέος παραμένει μη βιώσιμο, η Ελλάδα θα μένει εκτός του προγράμματος της ποσοτικής χαλάρωσης, με αποτέλεσμα οι αγορές και οι υποψήφιοι επενδυτές να την θεωρούν χώρα υψηλού ρίσκου. Αυτή είναι η συνταγή για να παραμένει στα γόνατα.

πηγή

Advertisements
This entry was posted in Aναδημοσίευση απόSstavros Lygeros. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s