Λήσταρχος Νταβέλης!

    Αργότερα  μετά  την  απελευθέρωση  από  τον  ζυγό  των  Τούρκων  και  όταν  το  νεοσύστατο  ελληνικό  κράτος  προσπαθούσε  να  σταθεί  στα  πόδια  του  και  να  βάλει  μια  τάξη  στην  ληστοκρατούμενη  ύπαιθρο,  έδρασε  ο  λήσταρχος  Νταβέλης  με  τη  συμμορία  του.  Επειδή  τα  στοιχεία  είναι  διχασμένα  ως  προς  την  καταγωγή  του,  άλλες  πηγές  δηλαδή  τον  αναφέρουν  ως  Θεσσαλό  και  άλλες  ως  Βοιωτό  και  μάλιστα  από  το  Στείρι, και  λόγω  του   ότι  έδρασε  και  σκοτώθηκε  στην  περιοχή  μας,  τον  αναφέρουμε  κι  αυτόν.

    Ο  Χρήστος  Νταβέλης, ο  διαβόητος  ληστής,  γεννήθηκε  στο  Στείρι[1]  το  1832.  Η  οικογένειά  του  καταγόταν  από  την  Ήπειρο  και  αργότερα  μετεγκαταστάθηκε  στην  περιοχή  της  Φθιώτιδας  και  της  Βοιωτίας.  Ο  πατέρας  του  ήταν  κτηνοτρόφος  ενώ  ο  ίδιος  ο  Χρήστος  Νταβέλης  εργάστηκε  για  ένα  σύντομο  χρονικό  διάστημα  ως  γαλακτοπώλης  αλλά  μετά  στράφηκε  στη  ληστεία.

           Εκείνη  την  εποχή  η  περιοχή  έβριθε   από  ληστρικές  συμμορίες  και  συχνές  ήταν  οι  συγκρούσεις  τους  με  τη  χωροφυλακή  του  νεοσύστατου  ελληνικού  κράτους.  Κατάλοιπα  των αρματολών  και  κλεφτών  της  προεπαναστατικής  περιόδου,  χωρίς  καμία  αναγνώριση  από  το  επίσημο  κράτος  στράφηκαν  στο  πλιάτσικο,  εναντίον  όμως  των  ίδιων  των  συμπατριωτών  τους  τώρα.  Αιτία  της  ληστείας  στην  μετεπαναστατική  Ελλάδα θεωρήθηκε  η  διάλυση   των  στρατευμάτων  που  αγωνίστηκαν  για  την  απελευθέρωση  του  έθνους.  Οι  παλαιοί πολεμιστές  επιδόθηκαν στη  ληστεία  ως  συνέχεια  της  προηγούμενης  αποσχόλησής  τους  μιας  και  ήταν  δύσκολο  να  ενταχθούν  από  τη  μια  στιγμή  στην  άλλη, στους  κανόνες  και  τους  νόμους  που  έθετε  το  οργανωμένο  πια  ελληνικό  κράτος.[2]  Οι  λόγοι  της  εξάπλωσης  του  φαινομένου  αυτού  είναι  πολλοί  και  σύνθετοι  και  φυσικά,  δεν  είναι  του  παρόντος. Πάντως  όπως  θα  δούμε από  τα  τραγούδια  παρακάτω,  ο  λαός  αναφέρεται  σ’  αυτούς  περισσότερο  σαν  κλέφτες  με  την  έννοια  που  είχε  η  λέξη  επί  Τουρκοκρατίας  παρά  ως  ληστές.

      Ο  Χρήστος  Νταβέλης  σχημάτισε  δική  του  συμμορία  με  την  οποία  έκανε  μεγάλες  ζημιές στην  Αττική  και  στη  Βοιωτία  αλλά  και  στη  Φθιώτιδα  και  την  Εύβοια. Έδρασε  πολύ  και  μέσα  στην  Αθήνα  και     ορμητήριο  και  κρησφύγετό  του  είχε  το  σπήλαιο  στην  Πεντέλη  που  έμεινε  στην  Ιστορία  με  το  όνομά  του,  η  Σπηλιά  του  Νταβέλη.

    Στη  συμμορία  του  Νταβέλη  ανήκαν  ο  Βασίλης  Καλαμπαλίκης,  ο  Λουκάς  Μπελούλιας  ή  Κακαράπης [3]  από  το  Κυριάκι,  ο  Φουντούκης από  τη  Δεσφίνα, ο  Λουκάς  Λιοντάκης  ή  Συνοδιάς  από  το  Δαδί,  ο  Ζαφείρης  Κουκουβίνος  από  την  Εύβοια κι  ένας καλόγερος, ο Διονύσιος  Κυριακιώτης  από  το  μοναστήρι  του  Αγίου  Σεραφείμ  στο  Δομπό.

   Ο  λοχαγός  Γιάννης  Μέγας  από  την  Αράχωβα,  ήταν  αρχηγός  στο  απόσπασμα  που  κυνηγούσε  τους  ληστές.  Από  κατασκόπους  πληροφορήθηκε  όλες  τις  κινήσεις  τους.  Με  μιας,  ξεσήκωσε  κι  άλλους  ανθρώπους  από  τα  γύρω  χωριά  για  να  χτυπήσουν  τη  συμμορία.  Υπαρχηγός  του  Μέγα  ήταν  ο  Οδυσσέας  Μαυροδήμος  ή  Σκοτίδας  από  την  Αγόριανη,  γνωστός  ληστοφάγος,  ενώ  ο  Τσίπρας  πήγε  προς  το  Χρυσό  για  να  μην  ξεφύγουν  από  εκεί  οι  ληστές.

     Η  συμμορία  του  Νταβέλη  αποκλείστηκε  στο  στενό  του  Ζεμενού  και  χωρίς  να  μπορεί  να  ξεφύγει  από  πουθενά,  ταμπουρώθηκε  μέσα  στο  λόγγο.  Ο  Μέγας  βγήκε  από  το  ταμπούρι  του  και  φώναξε :

» Εβγα  Χρήστο  να  προσκυνήσεις «.  Αυτός  απάντησε : » Γ….  το  μ…..  της  π…….  της  Ασήμως » [4] Μ’  αυτά  τα  λόγια  φούντωσε  ο  Μέγας  και  η  μάχη  άναψε.  Ένας  από  τους  ληστές,  ο  Ζαφείρης,  βαριά  λαβωμένος,  ήταν  πεσμένος  κάτω.  Κάποια  στιγμή  είδε  όρθιο  τον  Μέγα  να  προχωράει  με  το  σπαθί  στο  χέρι.  Σηκώθηκε,  και  με  το  αριστερό  χέρι  που   δεν  ήταν  λαβωμένο,  άδειασε  τη  κουμπούρα  του  πάνω  στον  Μέγα  και  τον  σώριασε  νεκρό.[5]

     Ο  απολογισμός των  σκοτωμένων  εκείνης  της  μάχης που γλίτωσε  όλη  τη  Στερεά  από  έναν  εντυπωσιακό  αριθμό  παρανόμων  ήταν  18  ληστές  μεταξύ  των  οποίων  οι  τέσσερις  λήσταρχοι,  ο  Νταβέλης, ο Μπελούλιας ή  Κακαράπης, ο Ζαφείρης και ο Φουντούκης. Υπήρχαν και τέσσερις  συλληφθέντες , ένας  εκ  των  οποίων  ήταν  ο  λήσταρχος  Νικόλαος  Τσόπας  ή  Κουκουβίνος. Ένας  άλλος,  ο  Λουκάς  Λιοντάκης  πέρασε  από  δίκη  και  τον  καρατόμησαν.[6]  

    Η  φήμη  του  Νταβέλη  στην  περιοχή  ήταν  μάλλον  μεγάλη  και  το  τραγούδι  που  αναφέρεται  στο  φόνο  του  στο  Ζεμενό  είναι  από  τα  πιο  γνωστά  και  πολυτραγουδισμένα.  Στα  ορεινά  χωριά  της  Βοιωτίας  οι  κάτοικοι  θαύμαζαν  τους  λήσταρχους. Μερικά  χρόνια  μετά  το  φόνο  του  Νταβέλη,  ο  Άγγλος  πρεσβευτής  άκουσε  και  είδε  στην  Αράχωβα  να  τραγουδούν  και  να  χορεύουν  προς  τιμή  του Νταβέλη και  με  εντολή  του  ίδιου  του  δημάρχου, τραγούδια  για τον υπολοχαγό Μέγα και τον  Νταβέλη.  Μάλιστα  πρώτος  στο  χορό  ήταν  ένας  από  τους  γιους  του  Μέγα.[7]

   Καταγράφουμε  ορισμένα  από  τα  τραγούδια  που  αναφέρονται  στον  Χρήστο  Νταβέλη  και  που  τραγουδιούνται  στην  περιοχή  μας.

  •           Μια  βλάχα  μια  παλιόβλαχα  και  του  Νταβέλη  η  μάνα

              πέτρα  την  πέτρα  περπατεί,  λιθάρι  σε  λιθάρι

              να  μην  την  κρουξ’  ο  κουρνιαχτός,  να  μην  την  καψ’  ο  ήλιος.

              Ακούει  ντουφέκια  και  βροντούν,  σπαθιά  λαμποκοπάνε

              βλέπει  και  τον  Νταβέλη  της  την  μπάλα  ξανεμώντας

             – Δε  στο ‘πα  εγώ  Νταβέλη  μου,  δε  στο ‘πα  εγώ  παιδί  μου,

             στο  Ζεμενό  να  μη  διαβείς,  λημέρι  να  μην  κάνεις,

             γιατ’  ‘εχει  ο  Μέγας  τη  χωσιά,  ο  Δούκας  το  καρτέρι

             Ρίχνουν  και  σε  σκοτώνουνε, ρίχνουν  και  σε  βαρούνε..

             Τάζει  κηριά  στην  Παναγιά  και  λάδι  στα  καντήλια.

             “Θε  μου,  να  ζήσ΄ ο  Χρίστος  μου

              κι  αυτούνος  ο  Νταβέλης …»

  •          Μας  πήρε  η  μέρα  κι  η  αυγή,  γειά  σου  Νταβέλη  αρχιληστή,

             γιε μ’  το  δόλιο  μεσημέρι,  Κακαράπη  και  Νταβέλη.

             Και  πού  θα  λημεριάσουμε,  Νταβέλη  θα  μας  πιάσουνε

             και  πού  θα  κάνουμε  λημέρι,  Κακαράπη  και  Νταβέλη.

             – Σε  κείν’  τη  ράχη  τη  ψηλή,  γειά  σου  Νταβέλη  αρχιληστή

             γιε  μ’  μπροστά  στο  Κρυφονέρι,  κει  θα  κα΄νουμε  λημέρι.

  •         Κατακαημένη  Αράχωβα,  Νταβέλη – Χρήστο  Νταβέλη

            γιε μ’  και  Δίστομο  και  Δαύλεια.

            Τους  κλέφτες  τι  τους  κάνατε,  Νταβέλη –  Χρήστο  Νταβέλη

            γιε μ’  και  τους  καπεταναίους.

            Στο  Ζεμενό  τους  πιάσανε,  Νταβέλη – Χρήστο  Νταβέλη

            γιε  μ’  τους  κυνηγάει  ο  Μέγας.


[1]  Η εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα αναφέρει  ως  τόπο  γέννησης του το  Στύρι  Βοιωτίας.

[2]  Γ. Κολιόπουλος “ Ληστές, Η κεντρική  Ελλάδα  στα  μέσα  του  19ου αιώνα “ Αθήνα 1979.

[3]  Η  ιστορία  του  Κακαράπη  είναι  χαρακτηριστική : Στην  αρχή  ήταν  τσοπάνης και  φύλαγε  το  κοπάδι  του  Οσίου  Λουκά.  Ο  Κρέμος  γράφει : » Εκ  της αδίκου  προς  αυτόν  διαγωγής  αγίων  τινών  πατέρων,  ησπάσθη  τον  ληστρικόν  βίον «. Πιο  συγκεκριμένα,  η  γυναίκα  του  πήγαινε  τακτικά  στο μοναστήρι  για  θελήματα  των  καλογέρων.  Ο  άντρας  της  έλειπε  όλο  τον  καιρό στο  κοπάδι  με τα  γιδοπρόβατα.  Σαν  ήρθε  κάποια  μέρα  στο  μοναστήρι  την  βρήκε  γκαστρωμένη  από  κάποιο  καλόγερο.  Με  μιας  την σκότωσε  κι  αυτός  βγήκε  στο  βουνό  ληστής,  παρέα  με  τον  Νταβέλη. Αρχισε  να  σκοτώνει  για  το  τίποτα  νομίζοντας  πως  έτσι  θα  ξέπλενε  την  ντροπή  της  γυναίκας του.  Ηταν  τόσο  σκληρός  και  μαυρόψυχος  που  τον έτρεμαν  όλοι.  Αλλωστε  και  το  παρατσούκλι  του  αυτό  δηλώνει.

[4]  Ασήμω  ήταν  η  μοναχοκόρη  του  Μέγα  που  αργότερα  παντρεύτηκε  τον  Αραχωβίτη  προεστό  Γιάννη  Κονίτσα.  Γιος  τους  ήταν  ο  βουλευτής Θεμιστοκλής  Κονίτσας.

[5]  Από το  άρθρο  του  Τάκη  Λάππα  » Ληστρικά  συμπληρώματα »  στο  περιοδ.  » Στερεά  Ελλάς »  11 / 93.

[6]  Μνημονεύουμε  και   σχετικό  δίστιχο  που  έλεγε  ο  γερο-Ατσίδας :

    » Βρε  Λουκά  Λιοντάκη  που  ‘ παίζεις  το  βιολάκι  σ’  ένα  στενό  σοκάκι.«

[7]  Γ. Κολιόπουλος “Ληστές» .

πηγή

This entry was posted in Στείρι. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s