Με βιάζουν σαν χώρα!

kimbi-49ΚΙΜΠΙ

Η ιστορία της Γεωργίας Μ., ανεξάρτητα από την έκβαση της εισαγγελικής έρευνας και την τελική, δικαστική και τελεσίδικη εκδοχή αλήθειας, μπορεί να διαβαστεί κι αλλιώς: ως μια συνεκδοχή της κατάστασής μας ως κοινωνίας. Ως μια ανακεφαλαίωση της μεταπολεμικής ιστορίας μας. Ισως και όλης της ιστορίας μας ως «έθνους» 200 ετών. Ως μια αλληγορία του επαναλαμβανόμενου, οδυνηρού και σταθερά ατιμώρητου συλλογικού βιασμού μας. Του βιασμού μας ως κράτους προτεκτοράτου, ως υποτελών μιας αρπακτικής, άπληστης και ανίκανης ολιγαρχίας, ως υπηκόων ενός οικογενειοκρατικού, διεφθαρμένου και ανήθικου συστήματος εξουσίας, ως θυμάτων συστηματικής πλάνης, χειραγώγησης και εξαπάτησης από ένα πολιτικό σύστημα που τάζει παράδεισο και προσφέρει μόνο κόλαση.

Διαβάζοντας τις αφηγήσεις για το τι συνέβη στη Θεσσαλονίκη την Πρωτοχρονιά, άγνωστο γιατί, ανακάλεσα μια εμβληματική σκηνή από τον επικό «Θίασο» του Αγγελόπουλου. Στην ταινία, ως γνωστόν, δεν υπάρχει κάποια γραμμική αποτύπωση του ιστορικού χρόνου, αλλά καταλαβαίνουμε πως βρισκόμαστε στην αρχή του Εμφυλίου. Είναι Απόκριες, από μακριά ακούγονται μουσικές και τραγούδια από αποκριάτικα πάρτι. Η ασάλευτη κάμερα του Αγγελόπουλου μας δείχνει τον διάδρομο του επαρχιακού φτηνού πανδοχείου που μένει το μπουλούκι των ηθοποιών του θιάσου- καμιά σχέση με σουίτες πεντάστερου-, ακούμε τους θορύβους της βίαιης αρπαγής μιας γυναίκας και ύστερα βλέπουμε τέσσερις ασφαλίτες με σχεδόν πανομοιότυπες καμπαρντίνες, καπέλα και πρόσωπα καλυμμένα με αποκριάτικες μουτσούνες να σέρνουν την Ηλέκτρα (Εύα Κοταμανίδου) στη σκοτεινή σάλα ενός καφενείου. Την ακινητοποιούν στο πάτωμα, οπότε ένας πέμπτος ασφαλίτης, με ίδια αμφίεση και μουτσούνα, τη βιάζει -ακούμε την οδύνη της- ρωτώντας την: «Πού είναι; Πού είναι;» «Στο βουνό… στο βουνό» είναι οι φράσεις που καταφέρνει να ψελλίσει η Ηλέκτρα ανάμεσα στις σιγανές κραυγές πόνου για τον αδελφό της Ορέστη, γιατί αυτόν ψάχνουν οι ασφαλίτες. Cut. Επόμενη σκηνή, ο μονόλογος της Ηλέκτρας. Για τον Δεκέμβρη, τις πλάνες, τις αυταπάτες, τις απάτες, την προδοσία κι όλα όσα κατέληξαν στον Εμφύλιο. Η μεταπολεμική ιστορία της χώρας ξεκινά με έναν βιασμό. Ακολούθησαν πολλοί αλλεπάλληλοι βιασμοί. Αλλοι σε σουίτες πεντάστερων ξενοδοχείων. Αλλά οι περισσότεροι σε βρόμικες αποθήκες, δρόμους και πεζοδρόμια.

Οι πολιτικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί και στρατιωτικοί νικητές της τελευταίας αναμέτρησης ανέπτυξαν μια νοσηρή νοοτροπία ληστρικής ιδιοκτησίας πάνω στο σώμα της χώρας. Μια αρρωστημένη κουλτούρα βιασμού του ανθρώπινου και φυσικού κεφαλαίου της. Παλιά και νέα τζάκια, απόγονοι μαυραγοριτών, καταληψίες του εθνικού πλούτου, βιαστές των φυσικών πόρων της χώρας, μικροί και μεγάλοι άρπαγες της γης, του υπεδάφους, των κάμπων, των βουνών, των δασών, των ακτών, των θαλασσών, με τη βοήθεια ενός πρόθυμου συστήματος εξουσίας -που κινήθηκε με άνεση από το αυταρχικό κράτος, την αστυνομοκρατία και τη στρατοκρατία στη φασιστική δικτατορία και ύστερα ξεπλύθηκε στην κοινοβουλευτική δημοκρατία- αυτοανακηρύχθηκαν σε ιδιοκτήτες του κοινωνικού σώματος. Το λεηλάτησαν με κάθε δυνατό τρόπο. Με διωγμό και με εκμαυλισμό. Με βία και με γοητεία. Με χαστούκια και με χάδια. Με εξορία και με εγκλωβισμό. Με μετανάστευση και με αστικοποίηση. Με φτωχοποίηση και με νεοπλουτισμό. Με στέρηση και με απληστία. Με προλεταριοποίηση και με μικροαστισμό. Με λιτότητα και με υπερχρέωση. Με εκσυγχρονισμό και με προγονοπληξία. Με ευρωπαϊσμό και με πατριδοκαπηλία.

Μπορούμε να ανακεφαλαιώσουμε τις μεταπολεμικές δεκαετίες αυτής της χώρας ως μια διαδοχή αποτρόπαιων βιασμών της από τα «κακομαθημένα πλουσιόπαιδα» που αναδείχτηκαν ιδιοκτήτες της υπό την αιγίδα των διεθνών μαστροπών της. Το γεγονός ότι συχνά η έλλειψη αντίδρασης της κοινωνικής πλειοψηφίας απέπνεε «την εικαζόμενη συναίνεση του θύματος» δεν αναιρεί το έγκλημα. Οι αποικιοκρατικές συμβάσεις εκχώρησης του εθνικού πλούτου στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήταν ένας βάναυσος βιασμός. Η αναπτυξιακή απάτη της χούντας ήταν ένας βιασμός. Ο καραμανλικός «εξευρωπαϊσμός» ήταν ένας βιασμός. Η αποβιομηχάνιση και η μαζική εγκατάλειψη των προβληματικών επιχειρήσεων από τους ιδιοκτήτες τους ήταν ένας βιασμός. Η εκρηκτική επέκταση του πιστωτικού συστήματος και το ανελέητο φόρτωμα των ανυποψίαστων ιθαγενών με δάνεια και κάρτες ήταν βιασμός. Ο μαζικός εκμαυλισμός του πλήθους στη μετοχική κερδοσκοπία και η απάτη του Χρηματιστηρίου ήταν ένας βιασμός. Η βίαιη και χωρίς πραγματικές προϋποθέσεις ένταξη στο ευρώ ήταν ένας βιασμός. Η επίπλαστη ανάπτυξη της δεκαετίας του 2000 ήταν ένας βιασμός. Η υπερχρέωση και η στοχοποίηση της χώρας από αγορές και δανειστές ήταν ένας βιασμός. Η χρεοκοπία, τα μνημόνια, η εσωτερική υποτίμηση, η μαζική φτωχοποίηση του πληθυσμού, η τεράστια ανεργία που προκάλεσαν, η ιδιωτικοποίηση όλης της δημόσιας περιουσίας, η κατάλυση της κυριαρχίας της χώρας από μια εξωθεσμική τρόικα, η αποσύνθεση του πολιτικού συστήματος, οι δοτοί πρωθυπουργοί, οι βάναυσες παρεμβάσεις, οι εκβιασμοί της κοινωνίας στο σκίρτημα χειραφέτησής της στο δημοψήφισμα του 2015… Πέρα από τον στόμφο των λέξεων και των επιθέτων, όλη η προηγούμενη δεκαετία ήταν μια συρροή οδυνηρών βιασμών, με φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς το ίδιο συνονθύλευμα πολιτικών και οικονομικών τζακιών που χειρίζεται τη χώρα σαν άβουλο σκεύος ηδονής.

Με βιάζουν σαν χώρα. Ακόμη και τώρα που μιλάμε είναι σε εξέλιξη ο συλλογικός βιασμός μας, ο βιασμός της αντοχής, της ανοχής, της κοινής λογικής. Κι είναι άξιο απορίας πώς δεν έχουμε ακόμη βρει το σθένος ως κοινωνία να πούμε «όχι», να αντισταθούμε σωματικά και ψυχικά και τελικά να ευνουχίσουμε επιτέλους πολιτικά τους βιαστές μας.

Θεωρίες για την υπεραξία

«Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Οσο το σκέφτομαι, μου ’ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ’μαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή».

Δημήτρης Δημητριάδης«Πεθαίνω σαν χώρα»

πηγή

This entry was posted in Αναδημοσίευση από Η Εφημερίδα των Συντακτών. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s